Η αλχημεία και πως επηρέασε το ουίσκι μέσα στο χρόνο


ΠΗΓΗ: todowhisky.es

Η διαδρομή του ουίσκι στο χρόνο, το κύρος (autorité) που αποπνέει, οι σχέσεις εξουσίας που σηματοδότησε, η ακαταμάχητη γοητεία του κλασικού που εξακολουθεί να πρεσβεύει αλλά φυσικά και η μοναδική του πολυπλοκότητα σε γεύσεις και αρώματα δημιουργούν αδιαμφισβήτητα μια μυστικιστική ατμόσφαιρα μεταξύ πότη και ποτού.

Χωρίς να χωρά αμφιβολία, κάθε ουίσκι μοιάζει να έχει δική του μοναδική προσωπικότητα και να κουβαλά στις πλάτες του τη βαριά και ιδιαίτερη κληρονομιά των προγόνων του.

Κάθε συνταγή μία έμπνευση. Κάθε έμπνευση και ένα γευστικό ταξίδι, ένα παιχνίδισμα των αισθήσεων ξεκινάει με το άνοιγμα της φιάλης. Αρώματα αρχίζουν να φλερτάρουν την αίσθηση της όσφρησης ενώ ο ήχος που προκύπτει από το ευλαβικό γέμισμα του ποτηριού μοιάζει μια υπέροχη μελωδία όπως είχε πει και ο Ιρλανδός συγγραφέας και ποιητής James Joyce. Όλα αυτά δεν καταλήγουν σε μια ακόμα μεθυστική εμπειρία αλλά τις περισσότερες φορές σε μια μαγική στιγμή.

Εύκολα λοιπόν μπορούμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι η παραγωγή του ‘’aqua vitae’’, “νερό της ζωής”, ‘’Uisce beatha’’ ή αλλιώς whisky αν προτιμάτε, περισσότερο θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει ως αλχημεία παρά ως χημεία.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα από που πραγματικά ξεκίνησε να ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας της απόσταξης. Το μόνο όμως που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι η απόσταξη, σαν έννοια ήταν γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Και όταν βέβαια αναφερόμαστε στη απόσταξη εννοούμε μέθοδο εκείνη που διαχωριζει το νερού και την αλκοόλη, σε ένα αλκοολούχο υγρό, με απώτερο σκοπό να αποκτήσουμε ένα ‘’προϊόν’’ με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε αλκοόλη.

Βέβαια εκείνα τα χρόνια ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε τις λεγόμενες και ως πρωτόγονες αποστάξεις (Salle et Salle, 1982), τρείς των αριθμό, οι οποίες σήμερα είναι περισσότερο γνωστές ως μέθοδοι συμπύκνωσης ή διαχωρισμού και καμία σχέση δεν έχουν με το παραδοσιακό άμβυκα όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

ΠΗΓΗ: fineartamerica.com

Παρόλο που δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν, εικάζεται από πολλούς συγγραφείς, στη προσπάθειά τους να δώσουν πειστήρια για την αρχαιότητα του άμβυκα ότι ξεκίνησε η χρήση του με την απόσταξη ροδόνερου, που εφαρμοζόταν ήδη στη Μεσοποταμία από την χιλιετηρίδα 4η π.Χ. (Salle et Salle, 1982). Αρχαιολογικές ανασκαφές στην Tepe Gawra, 20 km ανατολικά της Μοσούλης του σημερινού βόρειου Ιράκ έφεραν στο φως, ευρήματα που χρονολογούνται από τη Νεολιθική εποχή (3500 π.Χ.).

Αυτά ήταν πήλινα δοχεία χωρητικότητας 37 λίτρων που θα μπορούσε κανείς να τα παρομοιάσει με μικρούς άμβυκες. Το σχήμα τους ενισχύει  την άποψη σύμφωνα με τον Roget et Garreau ότι πρόκειται για κάποιο πρόγονο του σημερινού άμβυκα, που όπως φαίνεται χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή αρωμάτων και φαρμάκων.

Οι άμβυκες στο αποστακτήριο του Laphroaig

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον «άμβυξ» για να περιγράψουν ένα δοχείο με πλατιά κυκλική βάση που απολήγει σε στενό λαιμό. Πρόκειται για το λέβητα. Οι αρχαίοι Έλληνες, γνωστοί οινόφιλοι δεν έδειχναν να ενδιαφέρονται για την ενίσχυση των αλκοολούχων ποτών με την απόσταξη. Ίσως αν ανατρέξουμε στους »Δειπνοσοφιστές», του αρχαίου Έλληνα Αθήναιου από την Ναυκρατίδα της Αιγύπτου, να δούμε ένα ποιο ‘’σκληρό ποτό’’ το οποίο κάποιοι το χαρακτηρίζουν ως το τσίπουρο της εποχής.

Οι αναφορές αποστακτηρών σε αλχημιστικά βιβλία ξεκινούν από το 4° αι. μ.Χ και το Ζώσιμο, που ίσως ήταν ο πρώτος αλχημιστής συγγραφέας. Απογειώνεται όμως από Άραβες αλχημιστές οι οποίοι στη προσπάθειά τους να παρασκευάσουν χρυσό ή αργυρό από κατώτερα μέταλλα βελτιώνουν την τεχνική της απόσταξης.

Οι αλχημιστές χαρακτηρίζονται από πολλούς ως οι πατεράδες της Χημείας και όχι άδικα. Ο φιλόσοφος και γιατρός Jabir Ibn Hayan (Τζαμπίρ Ιμπν Χαγιάν: 721-815 μ.Χ.) που θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους αλχημιστές της εποχής του, περιγράφει ξεκάθαρα μέσα από τα συγγράμματά του τη τεχνική της απόσταξης υγρών χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στην αλκοόλη.

Οι άμβυκες στο αποστακτήριο του Balblair

Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πουθενά δεν συναντάμε την απόσταξη αλκοόλης πριν από το 10° μ.Χ. αιώνα. Ας αναλογιστούμε ότι η αλχημεία εκείνη την εποχή θεωρούνταν μαγική και απόκρυφη τέχνη με ότι αυτό συνεπάγεται…

Όπως εύστοχα είπε και Frank Sinatra αρκετά χρόνια αργότερα, “To αλκοόλ μπορεί να είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπου. Αλλά η Βίβλος μας λέει να αγαπάς τον εχθρό σου”

O Καταλανός αλχημιστής και ποιητής Ρεϊμόν Λουλ (1236-1315) είναι αυτός που αναφέρει ξεκάθαρα την απόσταξη για τον εμπλουτισμό των αλκοολούχων ποτών σε αλκοόλη.

Οι άμβυκες στο αποστακτήριο του Glengoyne

Εκείνη την εποχή αρκετοί γνωστοί και άγνωστοι αλχημιστές, σε ανατολή και δύση, όπως και οι μοναχοί στις μονές ασχολήθηκαν με την απόσταξη πολύ εντατικά, και τους ευχαριστούμε πολύ για αυτό! Τη περίοδο εκείνη η αλκοόλη αποδίδονταν με διάφορες ονομασίες όπως καυτό νερό, πνεύμα του οίνου, ή ακόμα, και νερό της ζωής αφού τη χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από κείμενα. Επίσης ο όρος αλκοόλ καθιερώθηκε αργότερα από έναν άλλο αλχημιστή, το Θεόφραστο Παράκελσο (1493-1541 μ.Χ.).

Όλα αυτά, μας οδηγούν μέχρι το 15° και 16° μ.Χ. αιώνα που άρχισαν να παράγονται στη Δ. Ευρώπη τα αποστάγματα και κατ’ επέκταση στην Ιρλανδία πρώτα και μετέπειτα στη Σκωτία το αγαπημένο μας ουίσκι.

Oι άμβυκες στο αποστακτήριο του Ben Nevis

Από το 15ο αιώνα μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει στη παραγωγή του ουίσκι, αρκεί μόνο να αναφέρω ότι αρχές του 1900 το απόσταγμα τοποθετούνταν σε όποιο βαρέλι ήταν διαθέσιμο. Υπάρχουν αναφορές που περιγράφουν ουίσκι που είχαν μπει σε βαρέλια που πριν είχαν μέσα ψάρια(!) Σήμερα λοιπόν που τα αποστακτήρια έχουν απόλυτη γνώση της βιοχημείας που πραγματοποιείται κατά τη διαδικασία, υπάρχουν εκατοντάδες μεταβλητές που επηρεάζουν η κάθε μια, με το δικό της τρόπο το τελικό προϊόν.

Παρόλο που η μαγεία μοιάζει σιγά σιγά να δίνει τη θέση της στην επιστήμη και ο ανθρώπινος παράγοντας να αντικαθιστάτε από μηχανές, τα τέσσερα στοιχεία της αλχημείας, γη, αέρας, φωτιά και νερό φαίνεται να παίζουν το ρόλο του θεματοφύλακα και να διασφαλίζουν ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν θα έχει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο τελικό αποτέλεσμα.

Στη γη μεγαλώνουν τα δημητριακά και παράγεται η τύρφη, ο αέρας και κατ’ επέκταση η  ατμόσφαιρα αλληλοεπιδρά με τα βαρέλια όταν αυτά παλαιώνουν, η φωτιά αποτελεί βασικό συστατικό της διαδικασίας της διύλισης και το νερό αποτελεί τη καρδιά του whisky.

Το malt whisky δεν είναι δύσκολο να παραχθεί, καθώς χρειάζονται μόλις τρία συστατικά για την παρασκευή του. Βυνοποιημένο κριθάρι, νερό και μαγιά. Στα μάτια μου όμως η παραγωγή του ουίσκι είναι περισσότερο μια αρμονική συνύπαρξη τέχνης και μαγείας παρά οτιδήποτε άλλο, όπως άλλωστε και η κατανάλωση του.

 

 

Φιλικά

Giannis Whisky&Travel

..........Share the passion